Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

========================================================
 
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ  Π. ΓΙΑΝΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΕΝΙΚΟΣ    ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ  ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ-Ε.Α.
ΤΗΣ  τ. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ  ΠΟΛΕΩΝ
---------------------------------------------------------------
 
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ   ΑΠΟ  ΤΗΝ  ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ  ΤΟΥ  ΚΟΙΝΟΥ   ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
========================================================
Η εξιχνίαση ενός στυγερού εγκλήματος
από τη Γενική Ασφάλεια Αθηνών
 
Εισαγωγικά
         Η πάλαι ποτέ Αστυνομία Πόλεων δεν είχε σημειώσει επιτυχίες μόνο στον τομέα αρμοδιότητας των ειδικών Υπηρεσιών της (Πληροφοριών, Κέντρου Αλλοδαπών κ.λπ.), αλλά και σε πολλούς άλλους τομείς διώξεως του εγκλήματος, είτε κατά την πρόληψή του είτε κατά την εξιχνίαση.
Τούτο οφείλετο σε πολλούς λόγους, όπως:
         - Οι αστυνομικοί υπάλληλοι, προκειμένου να καταταγούν στο Σώμα επιλέγονταν από έμπειρους παλιούς Αξιωματικούς του, με αυστηρά αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς πολιτικές ή άλλες παρεμβάσεις.
         - Κατά την επιλογή τους ελαμβάνετο οπωσδήποτε υπόψη το ανεπίληπτο ήθος και η διαγωγή, η καλή συμπεριφορά και η νοημοσύνη.
         - Έπειτα ακολουθούσε η ενιαία και συστηματική εκπαίδευση, και, για όσους επιθυμούσαν και είχαν τα απαραίτητα τυπικά προσόντα να ανελιχθούν, οι εισαγωγικές εξετάσεις στις παραγωγικές Σχολές με επίσης αυστηρά αντικειμενικά κριτήρια.
         Επομένως όλοι όσοι υπηρετούσαν στην Αστυνομία Πόλεων ήσαν ικανοί να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Υπηρεσίας του Σώματος, στην οποία μετατίθεντο.
         Φυσικά για ορισμένες Υπηρεσίες εχρειάζετο και κάποια εξειδίκευση (όπως δακτυλοσκοπία, φωτογραφία, εξακριβώσεις, παρακολούθηση κ.λπ.). Αυτήν την αποκτούσαν σε ειδικά σχολεία και σεμινάρια για ενημέρωση και εμπλουτισμό των γνώσεών τους επί των πάσης φύσεως θεμάτων, κυρίως επί των νεωτέρων τεχνολογικών εξελίξεων. Επίσης επί του προκειμένου  ουσιαστική συμβολή και πατρική καθοδήγηση από τους πλέον πεπειραμένους παλαιοτέρους στην Υπηρεσία συναδέλφους των.
 
         Κατόπιν όλων αυτών, των γνωστών σε όλους μας, δεν υπήρχε περίπτωση να μη σημειωθούν επιτυχίες, για τις οποίες καυχώμεθα σήμερα, σε όποιο τομέα αστυνομικής δράσεως, όπως εκείνη που είχαν οι Υπηρεσίες του Κοινού Εγκλήματος, όπως ελέγοντο τότε οι Υπηρεσίες που ησχολούντο με την πρόληψη και καταστολή των εγκλημάτων κατά της ζωής και της περιουσίας
         Η υπόθεση που συγκλόνισε την κοινωνία του 1957, δηλαδή προ πεντηκονταετίας και πλέον, στην την οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ήταν η εξιχνίαση μιας στυγερής δολοφονίας.           
Πριν όμως αναφερθούμε στην όλη υπόθεση, ας επιτραπεί να κάνουμε μια μικρή διευκρίνιση, ότι, όσα σημειώθηκαν σαν εισαγωγικά, γράφηκαν κυρίως για την ενημέρωση εκείνων από τους αναγνώστες μας που δεν γνωρίζουν πολλά γύρω από τη ζωή και δράση των Αστυνομικών.
         Επίσης να συμπληρώσουμε ότι στο εν συνεχεία κείμενο τα γεγονότα είναι αυθεντικά, πλην δεν θα αναφερθούν τα πλήρη στοιχεία των δραστών ή των θυμάτων, αλλά τα αρχικά τους, διότι σκοπός του κειμένου είναι άλλος και όχι να διασύρει υπολήψεις στενών συγγενών ή απογόνων τους.
         Όμως τα στοιχεία των παλιών συναδέλφων αστυνομικών είναι χρήσιμο να μνημονευθούν και σαν μνημόσυνο εκείνων, των περισσοτέρων, που ήδη «εξεπλήρωσαν το κοινόν χρέος», αλλά και ως ηθική αμοιβή και φόρος τιμής και εκτίμησης των εισέτι εν ζωή ευρισκομένων. Εδώ κλείνει η παρένθεση και αναφερόμεθα στην υπόθεση.
 
Το ιστορικό
         Είναι καλοκαίρι του 1957. Αύγουστος μήνας και η ζέστη ανυπόφορη. Η Αθήνα ζούσε στο ρυθμό της εποχής εκείνης και κατά κανόνα δεν υπήρχαν γεγονότα που να μπορούσαν να απασχολήσουν ιδιαίτερα την κοινή γνώμη και τον τύπο, εκτός από το θέμα της επίσκεψης του τότε πρωθυπουργού Κων. Καραμανλή στην Αίγυπτο για συνομιλίες με τον Νάσερ.
         Και όμως την χωρίς ιδιαίτερα ενδιαφέροντα εκείνη ημέρα και συγκεκριμένα την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου «τάραξε τα ύδατα» ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα του Διοικητού του ΙΕ Παραρτήματος Ασφαλείας στον τότε προϊστάμενο της Υπηρεσίας του Κοινού Εγκλήματος της Υποδιεύθυνσης Γενικής Ασφαλείας Αθηνών Αστυνόμο Α΄ Τάξεως Αλέξη Μητρόπουλο.
         Το τηλεφώνημα ανέφερε ότι στον Κολωνό και επί της οδού Μοναστηρίου 87 ανευρέθη πτώμα ανδρός κατακρεουργημένο και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι πρόκειται περί εγκλήματος.
         Ο Μητρόπουλος έσπευσε αμέσως στο Γραφείο του Διοικητού Ασφαλείας Αστυνομικού Διευθυντού Θεόδωρου Ρακιτζή και του ανέφερε το περιστατικό. Δεν εχρειάζοντο πολλά. Αμέσως κινητοποιήθηκε ο αστυνομικός μηχανισμός. Ειδοποιήθηκε ο προϊστάμενος της ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Δημήτριος Καψάσκης και η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Υπηρεσιών, Διοικητής της οποίας ήταν τότε ο Διευθυντής Δημήτριος Καρανάσος, με προϊστάμενο του Τμήματος φωτογραφικού και εξερευνήσεως τον Αστυνόμο Β΄ Δημήτριο Κατσιμαγκλή και άμεσο βοηθό και συνεργάτη του τον μετέπειτα Αρχηγό του Σώματος, εν ζωή σήμερα, Κωνσταντίνο Λεμονή.
         Έσπευσαν επί τόπου και οι πρώτες πληροφορίες που είχε ήδη συγκεντρώσει ο Διοικητής του ΙΕ Παραρτήματος Ασφαλείας που, δυστυχώς δεν έχουμε το όνομά του, ήσαν οι εξής σε γενικότητες:
         Το θύμα ονόματι Δ. Π., ηλικίας 45 ετών ήταν υπάλληλος στο λογιστήριο των ΣΠΑΠ (= Σιδηρόδρομοι Πειραιώς – Αθηνών – Πελοποννήσου) και διέμενε με τη σύζυγό του και την κόρη τους 9 ετών σε ισόγεια ιδιόκτητη μονοκατοικία, η οποία αποτελείτο από δύο μικρά διαμερίσματα των δύο δωματίων. Το άλλο διαμέρισμα το είχε ενοικιάσει προ εξαμήνου σε ένα ζευγάρι με το γιο τους ετών 16. Και τα δύο διαμερίσματα είχαν κοινόχρηστη κουζίνα, μπάνιο και αυλή. Η σύζυγος και η κόρη του θύματος είχαν μεταβεί για διακοπές στο χωριό τους στην περιοχή της Ηλείας και εκεί επρόκειτο να μεταβεί και το θύμα παίρνοντας την άδειά του από την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου.
Δεν υπήρχαν άλλες πληροφορίες.
 
Οι αστυνομικές ενέργειες
         Από εδώ αρχίζει το κυρίως έργο της Αστυνομίας προς ανακάλυψη και σύλληψη του δράστη ή των δραστών. Δύσκολα τα πράγματα.
         Το συνεργείο της σημάνσεως επί το έργον φωτογραφίζει το θύμα και τον χώρο και αναζητεί δακτυλικά αποτυπώματα ή άλλα στοιχεία, ενώ ο ιατροδικαστής κάνει την πρώτη αυτοψία και καταγράφει στοιχεία για τις πιθανές συνθήκες υπό τις οποίες διεπράχθη το έγκλημα.
Πρώτοι και ουσιώδεις, κατά την Ασφάλεια, μάρτυρες ήσαν οι συγκάτοικοι και εκείνοι που βρήκαν το πτώμα. Έτσι άρχισε η πρόσκλησή τους στη Γενική Ασφάλεια για τις πρώτες καταθέσεις. Από αυτές προέκυψαν τα εξής:
         Το θύμα ήταν υπόδειγμα οικογενειάρχη και υπαλλήλου. Μάλιστα τον προηγούμενο Μάρτιο προήχθη στην υπηρεσία του στο βαθμό του Λογιστή Β’. Δεν είχε δώσει ενδείξεις έκλυτου βίου, δεν είχε πολλές συναναστροφές και γενικά ζούσε μια ζωή μεσοαστού της εποχής.
         Τα ίδια επιβεβαίωσε και η σύζυγός του που ήρθε επειγόντως από την επαρχία.
         Το έγκλημα διεπράχθη το βράδυ της Τρίτης 13 Αυγούστου προς την Τετάρτη και οι τελευταίοι που τον είδαν ήσαν οι συγκάτοικοί του, περί την 9η βραδινή της Τρίτης. Η άδεια του θύματος άρχιζε από τις 14 Αυγούστου, πλην δεν είχε εισπράξει το δεκαπενθήμερο του μισθού του. Στο γραφείο του ο Ταμίας τον περίμενε μέχρι το μεσημέρι της Τετάρτης να πάει για να πληρωθεί και επειδή δεν εμφανιζόταν έστειλε με τα χρήματά του ένα υπάλληλο να τον αναζητήσει στο σπίτι του.
         Ο υπάλληλος των ΣΠΑΠ πήγε στην Κατοικία του θύματος και τον αναζήτησε. Εκεί δεν φαινόταν να είναι κανείς. Για το ενδεχόμενο μήπως είναι μέσα ή έχει πάθει κάτι ο υπάλληλος των ΣΠΑΠ ζήτησε τη βοήθεια του γιου των συγκατοίκων, να μπει από το ημίκλειστο παράθυρο στο διαμέρισμα. Έτσι κι έγινε. Μπήκε μέσα ο νεαρός και βρήκε το πτώμα επάνω σε ένα ντιβάνι με τα εσώρουχα.
         Τα στοιχεία δεν ήσαν επαρκή για να εντοπισθούν τα αίτια ή τα κίνητρα του εγκλήματος. Η ληστεία σε πρώτη φάση αποκλείστηκε, διότι δεν έλλειπαν  χρήματα. Μάλιστα κατά την έρευνα βρέθηκαν και πέντε χρυσές λίρες. Επίσης  δεν υπήρχε αναστάτωση στα δωμάτια από βιαστική έρευνα προς αναζήτηση τυχόν χρημάτων από το δράστη. Τότε γιατί έγινε το έγκλημα; Ένα ερώτημα που δεν είχε ακόμη απάντηση.
         Το ενδιαφέρον της Αστυνομίας στράφηκε προς τους συγκατοίκους, οι οποίοι ενώ κοιμόντουσαν τις άλλες φορές έξω στην  αυλή λόγω της ζέστης το βράδυ της Τρίτης προς την Τετάρτη κοιμήθηκαν στα δωμάτιά τους. Μήπως έκρυβαν κάτι; Για το ενδεχόμενο αυτό, το βράδυ του φόνου ο τότε Υπαστυνόμος και μετέπειτα Υπαρχηγός του Σώματος, ήδη εν ζωή επίσης, Κων/νος Γιαννημάρας κρύφτηκε μέσα στο σπίτι όπου διεπράχθη το έγκλημα και εκεί, μέσα στα αίματα και την ακαταστασία, διανυκτέρευσε μήπως και ακούσει από τους στην αυλή ευρισκομένους συγκατοίκους του θύματος κάποια μεταξύ τους συνομιλία που θα οδηγούσε στην εξιχνίαση. Ουδέν προέκυψε, όπως και από το οικογενειακό περιβάλλον του από το οποίο εξετάσθηκαν διάφορα άτομα.
         Τα πράγματα ήρθαν να περιπλέξουν εκμεταλλεύσιμα ίχνη δακτυλικών αποτυπωμάτων (και παλαμικών) που βρέθηκαν στην εσωτερική ελαιοχρωματισμένη επιφάνεια της πόρτας του δωματίου που ήταν κοντά στο ντιβάνι που διαπράχθηκε το έγκλημα. Δακτυλοσκοπήθηκαν όλοι οι σχετιζόμενοι με το δωμάτιο, αλλά τα αποτυπώματα δεν ανήκαν σε κανένα και έτσι το πιθανότερο ήταν να ανήκουν στο δράστη του εγκλήματος. Το επόμενο πενθήμερο αναζητήθηκαν τα αποτυπώματα αυτά στα δακτυλοσκοπικά δελτία, ενός περίπου εκατομμυρίου ατόμων, που διατηρούσε τότε η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Υπηρεσιών και βεβαιώθηκε ότι δεν ανήκαν σε κανένα από αυτά. Έτσι έβγαινε το συμπέρασμα ότι ο δράστης δεν ήταν σεσημασμένος και με βάση αυτό το στοιχείο άρχισαν διάφορες προσαγωγές υπόπτων στα Παραρτήματα Ασφαλείας και οι δακτυλοσκοπήσεις των μήπως, κατά τύχη, βρεθεί κάτι.
         Το αστυνομικό δαιμόνιο όμως δεν αναπαύεται. Συνέχεια σκέφτεται και ερευνά. Εκεί λοιπόν στα σχετικά σχόλια και στις πιθανές υποθέσεις και εκτιμήσεις στο Γραφείο τους και στην προσπάθεια λύσεως του «γρίφου» ο Αστυνόμος Κατσιμαγκλής με το συνεργάτη του Υπαστυνόμο Λεμονή κατέβασαν μια ιδέα: Μήπως τα δακτυλικά αποτυπώματα ήταν κάποιου εκ του υπηρεσιακού περιβάλλοντος; Πρώτος «ύποπτος» ήταν, λόγω ειδικότητος, ο Ιατροδικαστής Καψάσκης. Αμέσως τον ειδοποίησαν και έστειλε τα αποτυπώματά του. Πράγματι διαπιστώθηκε ότι τα αποτυπώματα ήταν δικά του. Έτσι σταμάτησε ο αποπροσανατολισμός των ερευνών και αναζητήσεων ενώ ο άτεγκτος Ρακιτζής, μένεα πνέων, ουδέποτε συγχώρησε αυτό το λάθος στον Καψάσκη και δεν του μίλησε έκτοτε μέχρι του θανάτου του.
         Οι εφημερίδες των ημερών έκαναν διάφορες εικασίες και πληθώρα τηλεφωνημάτων απασχολούσαν τα τηλέφωνα της Ασφάλειας για δήθεν αυθεντικές και σοβαρές πληροφορίες. Επίσης η κοινή γνώμη άρχισε να αίρει την εμπιστοσύνη της από την Αστυνομία θεωρώντας ότι δεν είναι και τόσο ικανή να διαλευκάνει σκοτεινά εγκλήματα.
Όλα αυτά είχαν φορτίσει το κλίμα και είχαν ανεβάσει το άγχος των αστυνομικών σε ψηλό σημείο. Ήταν η εποχή που πράγματι στην Αθήνα η εγκληματικότητα ήταν σε πολύ χαμηλό σημείο και τούτο διότι πράγματι η Αστυνομία έκανε καλά τη δουλεία της προληπτικά και κατασταλτικά. Τα Παραρτήματα Ασφαλείας και τα κατά γειτονιά Αστυνομικά Τμήματα επιτελούσαν σοβαρό έργο, παρόλες τις ελλείψεις σε έμψυχο δυναμικό και τεχνικά μέσα.
         Είχαν περάσει δέκα ημέρες, πράγμα ρεκόρ, και δεν είχε διαλευκανθεί το έγκλημα. Συσκέψεις επί συσκέψεων με τον Εισαγγελέα Κων/νο Παπαξοΐνη που επόπτευε των ανακρίσεων, και των άλλων στελεχών της Αστυνομίας δεν κατέληγαν πουθενά.
 
Η εξιχνίαση
         Εκεί όμως που δεν επιβοηθούν τα υλικά μέσα και η τεχνολογία, έρχεται το αναλυτικό μυαλό του εκπαιδευμένου αστυνομικού να συμβάλει και να δώσει τη λύση. Οι Αξιωματικοί της Ασφάλειας «ανασκουμπώθηκαν» και πάλι και άρχισαν τις έρευνες από την αρχή, σαν όπως την πρώτη μέρα. Και αυτό ήταν! Ένας καλός Υπαστυνόμος, που δυστυχώς δεν γνωρίζουμε ποιος, διαβάζοντας τις εκθέσεις αυτοψίας και τα άλλα στοιχεία και καταθέσεις της υπόθεσης στάθηκε σε ένα σημείο της κατάθεσης ενός υπαλλήλου των ΣΠΑΠ. Μεταξύ άλλων έλεγε στην κατάθεσή του ότι την προηγουμένη το θύμα πού ήταν στο γραφείο του, κοίταξε το ρολόι του και είπε ότι πρέπει να φύγει γιατί είχε κάποιο ραντεβού.
         Σκέφτηκε ο Αξιωματικός. «Μα δεν προκύπτει πουθενά ότι το θύμα είχε ρολόι. Είχε;» Την εποχή εκείνη δεν είχαν όλοι οι άνθρωποι ρολόγια και επομένως η απορία του Υπαστυνόμου ήταν εύλογη. Αμέσως το ανέφερε στον έμπειρο προϊστάμενό του Αστυνόμο Μητρόπουλο. Ο Μητρόπουλος κάλεσε αμέσως τη γυναίκα του θύματος και τη ρώτησε σχετικά.
-Είχε, αποκρίθηκε  εκείνη, μάλιστα το είχε αγοράσει με δόσεις προ μηνών.
Τί ρολόι όμως και από πού το αγόρασε το θύμα; Αμέσως ξανά συστηματική έρευνα στα χαρτιά του θύματος. Και πράγματι η έρευνα απέδωσε. Διαπιστώθηκε ότι το θύμα είχε αγοράσει  από συγκεκριμένο κατάστημα ένα ρολόι γνωστής μάρκας.
Έτσι φάνηκε «φως στο τούνελ», όπως λένε σήμερα. Αμέσως δόθηκαν οδηγίες στους αστυνομικούς να αναζητήσουν στα διάφορα σχετικά καταστήματα και στους αργυραμοιβούς της οδού Αθηνάς, μήπως έγινε συναλλαγή με ρολόι της συγκεκριμένης μάρκας. Και πράγματι είχε γίνει!
         Όπως είναι γνωστό οι αργυραμοιβοί και σαράφηδες είναι υποχρεωμένοι από την αστυνομία να τηρούν βιβλίο συναλλαγών με στοιχεία των πελατών, που θα παίρνουν από επίσημα έγγραφα. Έτσι λοιπόν ένα άτομο την 14 Αυγούστου, επομένη δηλαδή του εγκλήματος, πήγε σε ένα αργυραμοιβό και πώλησε ένα ρολόι. Το ρολόι αναγνωρίστηκε ότι ήταν αυτό που ζητούσαν και το άτομο είχε δώσει τα στοιχεία του από το βιβλιάριό του τού ΙΚΑ. Ήταν οικοδόμος.
Κινητοποιήθηκε αμέσως η Αστυνομία προς αναζήτηση του ατόμου και σε λίγο ήταν στα χέρια της ο δράστης.
         Επρόκειτο για τον Μ. Χ. ετών 49, εργάτη μπετόν έγγαμο και πατέρα πέντε μικρών παιδιών. Το έγκλημα ήταν σεξουαλικό. Ο Μ. Χ. εφόνευσε τον Δ. Π. επειδή δεν του έδινε χρήματα ως «αμοιβή» για τις «υπηρεσίες» που του προσέφερε. Και αφού διαπίστωσε ότι δεν είχε χρήματα, διότι πράγματι δεν είχε πληρωθεί το θύμα, του πήρε το ρολόι, που στη συνέχεια πώλησε. Ο δράστης δεν ήταν σεσημασμένος και τα αποτυπώματα που είχαν ευρεθεί στον τόπο του εγκλήματος είχαν τεθεί στα υπόψιν.
         Ο δράστης ομολόγησε με λεπτομέρειες το έγκλημα και απεκάλυψε ότι το μαχαίρι της κουζίνας με το οποίο δολοφόνησε το θύμα το πέταξε σε υπόνομο της οδού Αγίου Κωνσταντίνου. Πράγματι μετά από έρευνα ανευρέθη τούτο σε καταπακτή του Εθνικού Θεάτρου επί της οδού Αγίου Κων/νου και δεν ήταν στόμιο υπονόμου, όπως υπολόγιζε ο δράστης.
         Έπειτα από τα τυπικά παρεπέμφθη στη Δικαιοσύνη και το πενταμελές Εφετείο Αθηνών τον κατεδίκασε εις θάνατον, θεωρήσαν μικτό το έγκλημα (φόνος μετά ληστείας) και μετά από λίγο εξετελέσθη. Ήταν ο τελευταίος Έλληνας που εκτελέστηκε. Έκτοτε ουδείς.
 
Τα εύσημα
         Η επιτυχία αυτή της Αστυνομίας αποκατέστησε το κοινό περί Ασφαλείας αίσθημα στην Αθηναϊκή κοινωνία και την εμπιστοσύνη της προς το Αστυνομικό Σώμα.
         Ο τύπος, ο οποίος τις προηγούμενες ημέρες έκανε υπαινιγμούς περί αδυναμίας του Σώματος να διαλευκάνει το έγκλημα και να πατάξει την εγκληματικότητα, επιδόθηκε τώρα σε διθυράμβους και επαίνους.
         Ενδεικτικά καταχωρούμε το σχόλιο της τότε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδος «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» της 25.8.1957 που έχει ως εξής:
         «Δίκαιος έπαινος
Η Αστυνομία Αθηνών κατήγαγε χθες περιφανή επιτυχίαν με την σύλληψη του δολοφόνου του σιδηροδρομικού υπαλλήλου, κατορθώσασα εντός ελαχίστου χρόνου, και μετά σκληρού μόχθου να διαλευκάνη πλήρως ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα που συνετάραξαν μεταπολεμικώς την κοινή γνώμη. Η προσπάθεια που κατεβλήθη δεν ήταν η συνήθης. Διότι το έγκλημα εκαλύπτετο υπό πυκνού μυστηρίου, γεγονός που υπεχρέωνε τους εντεταλμένους με την αποκάλυψίν του να ιχνηλατούν εις το σκότος. Η προέλευσις, εξ άλλου, του δολοφόνου, μη ανήκοντος, ως απεκαλύφθη μετά την σύλληψίν του, εις το γνωστόν πάνθεον των υποτρόφων του υποκόσμου, εδημιούργει προσθέτους, ανυπερβλήτους, δυσχερείας, έναντι των οποίων η Αστυνομία ώφειλε να αντιπαλαίση με πείσμα και επιμονήν. Με την επιτυχίαν του άθλου αυτού ετίμησε το γόητρόν της, τους εκλεκτούς εκπροσώπους της με επικεφαλής τον Διευθυντήν της Γενικής Ασφαλείας κ. Ρακιτζήν και όλους τους άλλους παράγοντας που συνήργησαν με την δραστηριότητά των εις την επιτυχίαν αυτήν, που προστίθεται εις το λαμπρόν ενεργητικόν της».
         Και πολιτικοί παράγοντες εξεφράσθησαν με δηλώσεις των ευμενώς, ο δε αρμόδιος Υφυπουργός Αθανασίου απένειμε σε όλους όσοι ασχολήθηκαν με την υπόθεση, υλικές και ηθικές αμοιβές.
--------------
(Από το βιβλίο «Αστυνομία Πόλεων – Ένας επιτυχημένος θεσμός»)
 
***
Έργα και μελέτες του ιδίου
 
-. «Τα Φιγαλικά, Ιστορίες - ανέκδοτα», Αθήνα 1995
- «Το ημερολόγιο του Πατέρα μου», επιμέλεια και συμπλήρωμα έκδοσης του ημερολογίου του πατρός του για την Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, όπως την έζησε, ανάτυπο. Αθήνα, 2001»
 
- «Το Βυζάντιο μεταξύ του αρχαίου και του νεωτέρου πολιτισμού», μελέτη, Αθήνα, 1991.
-Αστυνομία Πόλεων - Ένας επιτυχημένος θεσμός», Αθήναι 2011.
- «Επώνυμοι Αρκάδες στην «Κύρου Ανάβαση», ανάτυπο, Αθήνα 2011.
- Ο Νίκος Βέης ως λαογράφος και γλωσσολόγος», μελέτη υπό έκδοση.
- Οι Μύλοι της Νέδας», ιστορική έρευνα, υπό έκδοση.
«Η αρχαία Φιγάλεια, μέσα από τα κείμενα των αρχαίων», μελέτη υπό έκδοση.
- «Τα Γλωσσικά των Ολυμπίων», μελέτη υπό έκδοση.
- «Η επαρχίας Ολυμπίας την Εθνική Αντίσταση και τον αντισυμμοριακό Αγώνα», σειρά μελετών δημοσιευθεισών ή υπό δημοσίευση, στην επετηρίδα «Ηλειακή Πρωτοχρονιά».

 
==================================================================

Η εξιχνίαση ενός στυγερού εγκλήματος

από τη Γενική Ασφάλεια Αθηνών




Εισαγωγικά
         Η πάλαι ποτέ Αστυνομία Πόλεων δεν είχε σημειώσει επιτυχίες μόνο στον τομέα αρμοδιότητας των ειδικών Υπηρεσιών της (Πληροφοριών, Κέντρου Αλλοδαπών κ.λπ.), αλλά και σε πολλούς άλλους τομείς διώξεως του εγκλήματος, είτε κατά την πρόληψή του είτε κατά την εξιχνίαση.
Τούτο οφείλετο σε πολλούς λόγους, όπως:
         - Οι αστυνομικοί υπάλληλοι, προκειμένου να καταταγούν στο Σώμα επιλέγονταν από έμπειρους παλιούς Αξιωματικούς του, με αυστηρά αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς πολιτικές ή άλλες παρεμβάσεις.
         - Κατά την επιλογή τους ελαμβάνετο οπωσδήποτε υπόψη το ανεπίληπτο ήθος και η διαγωγή, η καλή συμπεριφορά και η νοημοσύνη.         - Έπειτα ακολουθούσε η ενιαία και συστηματική εκπαίδευση, και, για όσους επιθυμούσαν και είχαν τα απαραίτητα τυπικά προσόντα να ανελιχθούν, οι εισαγωγικές εξετάσεις στις παραγωγικές Σχολές με επίσης αυστηρά αντικειμενικά κριτήρια.
         Επομένως όλοι όσοι υπηρετούσαν στην Αστυνομία Πόλεων ήσαν ικανοί να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Υπηρεσίας του Σώματος, στην οποία μετατίθεντο.
         Φυσικά για ορισμένες Υπηρεσίες εχρειάζετο και κάποια εξειδίκευση (όπως δακτυλοσκοπία, φωτογραφία, εξακριβώσεις, παρακολούθηση κ.λπ.). Αυτήν την αποκτούσαν σε ειδικά σχολεία και σεμινάρια για ενημέρωση και εμπλουτισμό των γνώσεών τους επί των πάσης φύσεως θεμάτων, κυρίως επί των νεωτέρων τεχνολογικών εξελίξεων. Επίσης επί του προκειμένου  ουσιαστική συμβολή και πατρική καθοδήγηση από τους πλέον πεπειραμένους παλαιοτέρους στην Υπηρεσία συναδέλφους των.
         Κατόπιν όλων αυτών, των γνωστών σε όλους μας, δεν υπήρχε περίπτωση να μη σημειωθούν επιτυχίες, για τις οποίες καυχώμεθα σήμερα, σε όποιο τομέα αστυνομικής δράσεως, όπως εκείνη που είχαν οι Υπηρεσίες του Κοινού Εγκλήματος, όπως ελέγοντο τότε οι Υπηρεσίες που ησχολούντο με την πρόληψη και καταστολή των εγκλημάτων κατά της ζωής και της περιουσίας
         Η υπόθεση που συγκλόνισε την κοινωνία του 1957, δηλαδή προ πεντηκονταετίας και πλέον, στην την οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ήταν η εξιχνίαση μιας στυγερής δολοφονίας.   
Πριν όμως αναφερθούμε στην όλη υπόθεση, ας επιτραπεί να κάνουμε μια μικρή διευκρίνιση, ότι, όσα σημειώθηκαν σαν εισαγωγικά, γράφηκαν κυρίως για την ενημέρωση εκείνων από τους αναγνώστες μας που δεν γνωρίζουν πολλά γύρω από τη ζωή και δράση των Αστυνομικών.
         Επίσης να συμπληρώσουμε ότι στο εν συνεχεία κείμενο τα γεγονότα είναι αυθεντικά, πλην δεν θα αναφερθούν τα πλήρη στοιχεία των δραστών ή των θυμάτων, αλλά τα αρχικά τους, διότι σκοπός του κειμένου είναι άλλος και όχι να διασύρει υπολήψεις στενών συγγενών ή απογόνων τους.
         Όμως τα στοιχεία των παλιών συναδέλφων αστυνομικών είναι χρήσιμο να μνημονευθούν και σαν μνημόσυνο εκείνων, των περισσοτέρων, που ήδη «εξεπλήρωσαν το κοινόν χρέος», αλλά και ως ηθική αμοιβή και φόρος τιμής και εκτίμησης των εισέτι εν ζωή ευρισκομένων. Εδώ κλείνει η παρένθεση και αναφερόμεθα στην υπόθεση.

Το ιστορικό

         Είναι καλοκαίρι του 1957. Αύγουστος μήνας και η ζέστη ανυπόφορη. Η Αθήνα ζούσε στο ρυθμό της εποχής εκείνης και κατά κανόνα δεν υπήρχαν γεγονότα που να μπορούσαν να απασχολήσουν ιδιαίτερα την κοινή γνώμη και τον τύπο, εκτός από το θέμα της επίσκεψης του τότε πρωθυπουργού Κων. Καραμανλή στην Αίγυπτο για συνομιλίες με τον Νάσερ.

         Και όμως την χωρίς ιδιαίτερα ενδιαφέροντα εκείνη ημέρα και συγκεκριμένα την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου «τάραξε τα ύδατα» ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα του Διοικητού του ΙΕ Παραρτήματος Ασφαλείας στον τότε προϊστάμενο της Υπηρεσίας του Κοινού Εγκλήματος της Υποδιεύθυνσης Γενικής Ασφαλείας Αθηνών Αστυνόμο Α΄ Τάξεως Αλέξη Μητρόπουλο.
         Το τηλεφώνημα ανέφερε ότι στον Κολωνό και επί της οδού Μοναστηρίου 87 ανευρέθη πτώμα ανδρός κατακρεουργημένο και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι πρόκειται περί εγκλήματος.
         Ο Μητρόπουλος έσπευσε αμέσως στο Γραφείο του Διοικητού Ασφαλείας Αστυνομικού Διευθυντού Θεόδωρου Ρακιτζή και του ανέφερε το περιστατικό. Δεν εχρειάζοντο πολλά. Αμέσως κινητοποιήθηκε ο αστυνομικός μηχανισμός. Ειδοποιήθηκε ο προϊστάμενος της ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Δημήτριος Καψάσκης και η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Υπηρεσιών, Διοικητής της οποίας ήταν τότε ο Διευθυντής Δημήτριος Καρανάσος, με προϊστάμενο του Τμήματος φωτογραφικού και εξερευνήσεως τον Αστυνόμο Β΄ Δημήτριο Κατσιμαγκλή και άμεσο βοηθό και συνεργάτη του τον μετέπειτα Αρχηγό του Σώματος, εν ζωή σήμερα, Κωνσταντίνο Λεμονή.
         Έσπευσαν επί τόπου και οι πρώτες πληροφορίες που είχε ήδη συγκεντρώσει ο Διοικητής του ΙΕ Παραρτήματος Ασφαλείας που, δυστυχώς δεν έχουμε το όνομά του, ήσαν οι εξής σε γενικότητες:
         Το θύμα ονόματι Δ. Π., ηλικίας 45 ετών ήταν υπάλληλος στο λογιστήριο των ΣΠΑΠ (= Σιδηρόδρομοι Πειραιώς – Αθηνών – Πελοποννήσου) και διέμενε με τη σύζυγό του και την κόρη τους 9 ετών σε ισόγεια ιδιόκτητη μονοκατοικία, η οποία αποτελείτο από δύο μικρά διαμερίσματα των δύο δωματίων. Το άλλο διαμέρισμα το είχε ενοικιάσει προ εξαμήνου σε ένα ζευγάρι με το γιο τους ετών 16. Και τα δύο διαμερίσματα είχαν κοινόχρηστη κουζίνα, μπάνιο και αυλή. Η σύζυγος και η κόρη του θύματος είχαν μεταβεί για διακοπές στο χωριό τους στην περιοχή της Ηλείας και εκεί επρόκειτο να μεταβεί και το θύμα παίρνοντας την άδειά του από την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου.

Δεν υπήρχαν άλλες πληροφορίες.
Οι αστυνομικές ενέργειες
         Από εδώ αρχίζει το κυρίως έργο της Αστυνομίας προς ανακάλυψη και σύλληψη του δράστη ή των δραστών. Δύσκολα τα πράγματα.
         Το συνεργείο της σημάνσεως επί το έργον φωτογραφίζει το θύμα και τον χώρο και αναζητεί δακτυλικά αποτυπώματα ή άλλα στοιχεία, ενώ ο ιατροδικαστής κάνει την πρώτη αυτοψία και καταγράφει στοιχεία για τις πιθανές συνθήκες υπό τις οποίες διεπράχθη το έγκλημα.
Πρώτοι και ουσιώδεις, κατά την Ασφάλεια, μάρτυρες ήσαν οι συγκάτοικοι και εκείνοι που βρήκαν το πτώμα. Έτσι άρχισε η πρόσκλησή τους στη Γενική Ασφάλεια για τις πρώτες καταθέσεις. Από αυτές προέκυψαν τα εξής:
         Το θύμα ήταν υπόδειγμα οικογενειάρχη και υπαλλήλου. Μάλιστα τον προηγούμενο Μάρτιο προήχθη στην υπηρεσία του στο βαθμό του Λογιστή Β’. Δεν είχε δώσει ενδείξεις έκλυτου βίου, δεν είχε πολλές συναναστροφές και γενικά ζούσε μια ζωή μεσοαστού της εποχής.
         Τα ίδια επιβεβαίωσε και η σύζυγός του που ήρθε επειγόντως από την επαρχία.
         Το έγκλημα διεπράχθη το βράδυ της Τρίτης 13 Αυγούστου προς την Τετάρτη και οι τελευταίοι που τον είδαν ήσαν οι συγκάτοικοί του, περί την 9η βραδινή της Τρίτης. Η άδεια του θύματος άρχιζε από τις 14 Αυγούστου, πλην δεν είχε εισπράξει το δεκαπενθήμερο του μισθού του. Στο γραφείο του ο Ταμίας τον περίμενε μέχρι το μεσημέρι της Τετάρτης να πάει για να πληρωθεί και επειδή δεν εμφανιζόταν έστειλε με τα χρήματά του ένα υπάλληλο να τον αναζητήσει στο σπίτι του.
         Ο υπάλληλος των ΣΠΑΠ πήγε στην Κατοικία του θύματος και τον αναζήτησε. Εκεί δεν φαινόταν να είναι κανείς. Για το ενδεχόμενο μήπως είναι μέσα ή έχει πάθει κάτι ο υπάλληλος των ΣΠΑΠ ζήτησε τη βοήθεια του γιου των συγκατοίκων, να μπει από το ημίκλειστο παράθυρο στο διαμέρισμα. Έτσι κι έγινε. Μπήκε μέσα ο νεαρός και βρήκε το πτώμα επάνω σε ένα ντιβάνι με τα εσώρουχα.
         Τα στοιχεία δεν ήσαν επαρκή για να εντοπισθούν τα αίτια ή τα κίνητρα του εγκλήματος. Η ληστεία σε πρώτη φάση αποκλείστηκε, διότι δεν έλλειπαν  χρήματα. Μάλιστα κατά την έρευνα βρέθηκαν και πέντε χρυσές λίρες. Επίσης  δεν υπήρχε αναστάτωση στα δωμάτια από βιαστική έρευνα προς αναζήτηση τυχόν χρημάτων από το δράστη. Τότε γιατί έγινε το έγκλημα; Ένα ερώτημα που δεν είχε ακόμη απάντηση.
         Το ενδιαφέρον της Αστυνομίας στράφηκε προς τους συγκατοίκους, οι οποίοι ενώ κοιμόντουσαν τις άλλες φορές έξω στην  αυλή λόγω της ζέστης το βράδυ της Τρίτης προς την Τετάρτη κοιμήθηκαν στα δωμάτιά τους. Μήπως έκρυβαν κάτι; Για το ενδεχόμενο αυτό, το βράδυ του φόνου ο τότε Υπαστυνόμος και μετέπειτα Υπαρχηγός του Σώματος, ήδη εν ζωή επίσης, Κων/νος Γιαννημάρας κρύφτηκε μέσα στο σπίτι όπου διεπράχθη το έγκλημα και εκεί, μέσα στα αίματα και την ακαταστασία, διανυκτέρευσε μήπως και ακούσει από τους στην αυλή ευρισκομένους συγκατοίκους του θύματος κάποια μεταξύ τους συνομιλία που θα οδηγούσε στην εξιχνίαση. Ουδέν προέκυψε, όπως και από το οικογενειακό περιβάλλον του από το οποίο εξετάσθηκαν διάφορα άτομα.
         Τα πράγματα ήρθαν να περιπλέξουν εκμεταλλεύσιμα ίχνη δακτυλικών αποτυπωμάτων (και παλαμικών) που βρέθηκαν στην εσωτερική ελαιοχρωματισμένη επιφάνεια της πόρτας του δωματίου που ήταν κοντά στο ντιβάνι που διαπράχθηκε το έγκλημα. Δακτυλοσκοπήθηκαν όλοι οι σχετιζόμενοι με το δωμάτιο, αλλά τα αποτυπώματα δεν ανήκαν σε κανένα και έτσι το πιθανότερο ήταν να ανήκουν στο δράστη του εγκλήματος. Το επόμενο πενθήμερο αναζητήθηκαν τα αποτυπώματα αυτά στα δακτυλοσκοπικά δελτία, ενός περίπου εκατομμυρίου ατόμων, που διατηρούσε τότε η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Υπηρεσιών και βεβαιώθηκε ότι δεν ανήκαν σε κανένα από αυτά. Έτσι έβγαινε το συμπέρασμα ότι ο δράστης δεν ήταν σεσημασμένος και με βάση αυτό το στοιχείο άρχισαν διάφορες προσαγωγές υπόπτων στα Παραρτήματα Ασφαλείας και οι δακτυλοσκοπήσεις των μήπως, κατά τύχη, βρεθεί κάτι.
         Το αστυνομικό δαιμόνιο όμως δεν αναπαύεται. Συνέχεια σκέφτεται και ερευνά. Εκεί λοιπόν στα σχετικά σχόλια και στις πιθανές υποθέσεις και εκτιμήσεις στο Γραφείο τους και στην προσπάθεια λύσεως του «γρίφου» ο Αστυνόμος Κατσιμαγκλής με το συνεργάτη του Υπαστυνόμο Λεμονή κατέβασαν μια ιδέα: Μήπως τα δακτυλικά αποτυπώματα ήταν κάποιου εκ του υπηρεσιακού περιβάλλοντος; Πρώτος «ύποπτος» ήταν, λόγω ειδικότητος, ο Ιατροδικαστής Καψάσκης. Αμέσως τον ειδοποίησαν και έστειλε τα αποτυπώματά του. Πράγματι διαπιστώθηκε ότι τα αποτυπώματα ήταν δικά του. Έτσι σταμάτησε ο αποπροσανατολισμός των ερευνών και αναζητήσεων ενώ ο άτεγκτος Ρακιτζής, μένεα πνέων, ουδέποτε συγχώρησε αυτό το λάθος στον Καψάσκη και δεν του μίλησε έκτοτε μέχρι του θανάτου του.
         Οι εφημερίδες των ημερών έκαναν διάφορες εικασίες και πληθώρα τηλεφωνημάτων απασχολούσαν τα τηλέφωνα της Ασφάλειας για δήθεν αυθεντικές και σοβαρές πληροφορίες. Επίσης η κοινή γνώμη άρχισε να αίρει την εμπιστοσύνη της από την Αστυνομία θεωρώντας ότι δεν είναι και τόσο ικανή να διαλευκάνει σκοτεινά εγκλήματα.
Όλα αυτά είχαν φορτίσει το κλίμα και είχαν ανεβάσει το άγχος των αστυνομικών σε ψηλό σημείο. Ήταν η εποχή που πράγματι στην Αθήνα η εγκληματικότητα ήταν σε πολύ χαμηλό σημείο και τούτο διότι πράγματι η Αστυνομία έκανε καλά τη δουλεία της προληπτικά και κατασταλτικά. Τα Παραρτήματα Ασφαλείας και τα κατά γειτονιά Αστυνομικά Τμήματα επιτελούσαν σοβαρό έργο, παρόλες τις ελλείψεις σε έμψυχο δυναμικό και τεχνικά μέσα.
         Είχαν περάσει δέκα ημέρες, πράγμα ρεκόρ, και δεν είχε διαλευκανθεί το έγκλημα. Συσκέψεις επί συσκέψεων με τον Εισαγγελέα Κων/νο Παπαξοΐνη που επόπτευε των ανακρίσεων, και των άλλων στελεχών της Αστυνομίας δεν κατέληγαν πουθενά.
 
Η εξιχνίαση.
         Εκεί όμως που δεν επιβοηθούν τα υλικά μέσα και η τεχνολογία, έρχεται το αναλυτικό μυαλό του εκπαιδευμένου αστυνομικού να συμβάλει και να δώσει τη λύση. Οι Αξιωματικοί της Ασφάλειας «ανασκουμπώθηκαν» και πάλι και άρχισαν τις έρευνες από την αρχή, σαν όπως την πρώτη μέρα. Και αυτό ήταν! Ένας καλός Υπαστυνόμος, που δυστυχώς δεν γνωρίζουμε ποιος, διαβάζοντας τις εκθέσεις αυτοψίας και τα άλλα στοιχεία και καταθέσεις της υπόθεσης στάθηκε σε ένα σημείο της κατάθεσης ενός υπαλλήλου των ΣΠΑΠ. Μεταξύ άλλων έλεγε στην κατάθεσή του ότι την προηγουμένη το θύμα πού ήταν στο γραφείο του, κοίταξε το ρολόι του και είπε ότι πρέπει να φύγει γιατί είχε κάποιο ραντεβού.
         Σκέφτηκε ο Αξιωματικός. «Μα δεν προκύπτει πουθενά ότι το θύμα είχε ρολόι. Είχε;» Την εποχή εκείνη δεν είχαν όλοι οι άνθρωποι ρολόγια και επομένως η απορία του Υπαστυνόμου ήταν εύλογη. Αμέσως το ανέφερε στον έμπειρο προϊστάμενό του Αστυνόμο Μητρόπουλο. Ο Μητρόπουλος κάλεσε αμέσως τη γυναίκα του θύματος και τη ρώτησε σχετικά.
-Είχε, αποκρίθηκε  εκείνη, μάλιστα το είχε αγοράσει με δόσεις προ μηνών.
Τί ρολόι όμως και από πού το αγόρασε το θύμα; Αμέσως ξανά συστηματική έρευνα στα χαρτιά του θύματος. Και πράγματι η έρευνα απέδωσε. Διαπιστώθηκε ότι το θύμα είχε αγοράσει  από συγκεκριμένο κατάστημα ένα ρολόι γνωστής μάρκας.
Έτσι φάνηκε «φως στο τούνελ», όπως λένε σήμερα. Αμέσως δόθηκαν οδηγίες στους αστυνομικούς να αναζητήσουν στα διάφορα σχετικά καταστήματα και στους αργυραμοιβούς της οδού Αθηνάς, μήπως έγινε συναλλαγή με ρολόι της συγκεκριμένης μάρκας. Και πράγματι είχε γίνει!
         Όπως είναι γνωστό οι αργυραμοιβοί και σαράφηδες είναι υποχρεωμένοι από την αστυνομία να τηρούν βιβλίο συναλλαγών με στοιχεία των πελατών, που θα παίρνουν από επίσημα έγγραφα. Έτσι λοιπόν ένα άτομο την 14 Αυγούστου, επομένη δηλαδή του εγκλήματος, πήγε σε ένα αργυραμοιβό και πώλησε ένα ρολόι. Το ρολόι αναγνωρίστηκε ότι ήταν αυτό που ζητούσαν και το άτομο είχε δώσει τα στοιχεία του από το βιβλιάριό του τού ΙΚΑ. Ήταν οικοδόμος.
Κινητοποιήθηκε αμέσως η Αστυνομία προς αναζήτηση του ατόμου και σε λίγο ήταν στα χέρια της ο δράστης.
         Επρόκειτο για τον Μ. Χ. ετών 49, εργάτη μπετόν έγγαμο και πατέρα πέντε μικρών παιδιών. Το έγκλημα ήταν σεξουαλικό. Ο Μ. Χ. εφόνευσε τον Δ. Π. επειδή δεν του έδινε χρήματα ως «αμοιβή» για τις «υπηρεσίες» που του προσέφερε. Και αφού διαπίστωσε ότι δεν είχε χρήματα, διότι πράγματι δεν είχε πληρωθεί το θύμα, του πήρε το ρολόι, που στη συνέχεια πώλησε. Ο δράστης δεν ήταν σεσημασμένος και τα αποτυπώματα που είχαν ευρεθεί στον τόπο του εγκλήματος είχαν τεθεί στα υπόψιν.
         Ο δράστης ομολόγησε με λεπτομέρειες το έγκλημα και απεκάλυψε ότι το μαχαίρι της κουζίνας με το οποίο δολοφόνησε το θύμα το πέταξε σε υπόνομο της οδού Αγίου Κωνσταντίνου. Πράγματι μετά από έρευνα ανευρέθη τούτο σε καταπακτή του Εθνικού Θεάτρου επί της οδού Αγίου Κων/νου και δεν ήταν στόμιο υπονόμου, όπως υπολόγιζε ο δράστης.
         Έπειτα από τα τυπικά παρεπέμφθη στη Δικαιοσύνη και το πενταμελές Εφετείο Αθηνών τον κατεδίκασε εις θάνατον, θεωρήσαν μικτό το έγκλημα (φόνος μετά ληστείας) και μετά από λίγο εξετελέσθη. Ήταν ο τελευταίος Έλληνας που εκτελέστηκε. Έκτοτε ουδείς.

Τα εύσημα
         Η επιτυχία αυτή της Αστυνομίας αποκατέστησε το κοινό περί Ασφαλείας αίσθημα στην Αθηναϊκή κοινωνία και την εμπιστοσύνη της προς το Αστυνομικό Σώμα.
         Ο τύπος, ο οποίος τις προηγούμενες ημέρες έκανε υπαινιγμούς περί αδυναμίας του Σώματος να διαλευκάνει το έγκλημα και να πατάξει την εγκληματικότητα, επιδόθηκε τώρα σε διθυράμβους και επαίνους.
         Ενδεικτικά καταχωρούμε το σχόλιο της τότε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδος «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» της 25.8.1957 που έχει ως εξής:
         «Δίκαιος έπαινος
Η Αστυνομία Αθηνών κατήγαγε χθες περιφανή επιτυχίαν με την σύλληψη του δολοφόνου του σιδηροδρομικού υπαλλήλου, κατορθώσασα εντός ελαχίστου χρόνου, και μετά σκληρού μόχθου να διαλευκάνη πλήρως ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα που συνετάραξαν μεταπολεμικώς την κοινή γνώμη. Η προσπάθεια που κατεβλήθη δεν ήταν η συνήθης. Διότι το έγκλημα εκαλύπτετο υπό πυκνού μυστηρίου, γεγονός που υπεχρέωνε τους εντεταλμένους με την αποκάλυψίν του να ιχνηλατούν εις το σκότος. Η προέλευσις, εξ άλλου, του δολοφόνου, μη ανήκοντος, ως απεκαλύφθη μετά την σύλληψίν του, εις το γνωστόν πάνθεον των υποτρόφων του υποκόσμου, εδημιούργει προσθέτους, ανυπερβλήτους, δυσχερείας, έναντι των οποίων η Αστυνομία ώφειλε να αντιπαλαίση με πείσμα και επιμονήν. Με την επιτυχίαν του άθλου αυτού ετίμησε το γόητρόν της, τους εκλεκτούς εκπροσώπους της με επικεφαλής τον Διευθυντήν της Γενικής Ασφαλείας κ. Ρακιτζήν και όλους τους άλλους παράγοντας που συνήργησαν με την δραστηριότητά των εις την επιτυχίαν αυτήν, που προστίθεται εις το λαμπρόν ενεργητικόν της».
         Και πολιτικοί παράγοντες εξεφράσθησαν με δηλώσεις των ευμενώς, ο δε αρμόδιος Υφυπουργός Αθανασίου απένειμε σε όλους όσοι ασχολήθηκαν με την υπόθεση, υλικές και ηθικές αμοιβές.

--------------
(Από το βιβλίο «Αστυνομία Πόλεων – Ένας επιτυχημένος θεσμός»).
Έργα και μελέτες του ιδίου
-. «Τα Φιγαλικά, Ιστορίες - ανέκδοτα», Αθήνα 1995
- «Το ημερολόγιο του Πατέρα μου», επιμέλεια και συμπλήρωμα έκδοσης του ημερολογίου του πατρός του για την Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, όπως την έζησε, ανάτυπο. Αθήνα, 2001»

- «Το Βυζάντιο μεταξύ του αρχαίου και του νεωτέρου πολιτισμού», μελέτη, Αθήνα, 1991.
-Αστυνομία Πόλεων - Ένας επιτυχημένος θεσμός», Αθήναι 2011.
- «Επώνυμοι Αρκάδες στην «Κύρου Ανάβαση», ανάτυπο, Αθήνα 2011.
- Ο Νίκος Βέης ως λαογράφος και γλωσσολόγος», μελέτη υπό έκδοση.
- Οι Μύλοι της Νέδας», ιστορική έρευνα, υπό έκδοση.
«Η αρχαία Φιγάλεια, μέσα από τα κείμενα των αρχαίων», μελέτη υπό έκδοση.
- «Τα Γλωσσικά των Ολυμπίων», μελέτη υπό έκδοση.
- «Η επαρχίας Ολυμπίας την Εθνική Αντίσταση και τον αντισυμμοριακό Αγώνα», σειρά μελετών δημοσιευθεισών ή υπό δημοσίευση, στην επετηρίδα «Ηλειακή Πρωτοχρονιά».

 






 
========================================================--

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου